Έξω χιονίζει και η ώρα είναι περασμένη έντεκα
Δημοσιεύτηκε στις Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012 και κατατίθεται στο πλαίσιο Ιστορίες δίχως τέλος... . Μπορείτε να ακολουθήσετε τις απαντήσεις σε αυτή την καταχώρηση μέσωRSS 2.0 . Μπορείτε να αφήσετε μια απάντηση ή trackback σε αυτή την καταχώρηση από το site σας
«T α καφενεία έχουν κλείσει από ώρα και το μόνο που βλέπεις, είναι κάποια φαναράκια μέσα από τα μισοφαγωμένα πατζούρια. Μια σκιά κινείται μέσα στο χιόνι και προχωρώντας αργά, προσέχει μην τον πάρει μυρωδιά κάνα μάτι η αρχίσει και γαβγίζει κάνας σκύλος... Κατεβαίνει τα σκαλοπάτια και φτάνοντας στην πλατεία κοντοστέκεται, η πατατούκα που φορεί έχει γίνει άσπρη από το χιόνι, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να προσπαθεί να πάει στον προορισμό του.
Περιμένει λίγο ακόμα και αφού νοιώθει ότι δεν κυκλοφορεί κανείς, συνεχίζει την διαδρομή του. Φτάνοντας έξω από το σπίτι της γωνίας, σταματά. Βγάζει από την τσέπη του, ένα κομμάτι ξεροκόμματο, με λίγη φόλα και το πετά πάνω από τον τοίχο. Ένα γρύλισμα ακούγεται, ένα γάβγισμα για λίγο και μετά σιωπή. Περιμένει κάνα πεντάλεπτο και ξαναβγάζει από την τσέπη του, ένα κόκαλο αυτήν την φορά.
Το πετά ψηλά και μέσα από τον τοίχο, αλλά αυτή την φορά δεν ακούστηκε τίποτα... ο σκύλος κοιμήθηκε σκέφτηκε και αμέσως ένωσε τα χέρια του στο στόμα και σφύριξε κλέφτικα. Μέσα από το παράθυρο, ένα τρεμάμενο φως άρχισε να φαίνεται. Ένα φως και μια σκιά, άρχισε να κινείται. Ένα τρίξιμο στην πόρτα, δεν ήταν ανησυχητικό. Συνήθως τα βράδια, οι ηλικιωμένοι έβγαιναν συχνά πυκνά στην τουαλέτα, που ήταν έξω από το σπίτι...
Η μεγάλη αυλόπορτα άνοιξε και μια ψηλή μελαχρινή γυναίκα, τυλιγμένη με μια μαντίλα στο κεφάλι και κρατώντας το φανάρι με το κερί στο χέρι, βγήκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε έξω. Είσαι τρελός του σιγοψιθύρισε και χώθηκε αμέσως στην αγκαλιά του για να ζεσταθεί.. Που γυρίζεις με τέτοιο κρύο, αν μας δει κάνα μάτι καήκαμε του είπε..
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, απάντησε αυτός, ήθελα να σε δω οπωσδήποτε απόψε, γιατί νωρίς το πρωί θα φύγω για Καρπενήσι και ήθελα να σου δώσω ένα φιλί, για να με συνοδεύει στον δρόμο. Έσκυψε, ήταν ψηλός κι αυτός και γεροδεμένος και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Σύντομα θα έρθει η μέρα που θα έρθω στον πατέρα σου να σε ζητήσω, της είπε. Κάνε μόνο λίγο υπομονή.
Είχαν περάσει μόλις έξη μήνες, από τότε που είχαν συναντηθεί σε εκείνο το χωράφι. Από εκείνη την ημέρα, κάθε βράδυ προσπαθούσε να την πλησιάσει κρυφά και να της εξομολογηθεί τον ερώτα του.. Μερικές φορές τα κατάφερνε κάποιες άλλες όχι.
Πολλές φορές τάχα μου πηγαίνοντας για ξύλα στο Δάσος, περνούσε από το χωράφι της, μόνο και μόνο για να την δει, έστω κι από μακριά. Ο Πατέρας της, ήταν στα πρόβατα συνέχεια, αλλά η μάνα και τα αδέλφια της, ήταν παλιόσκυλα. Η Ώρα πέρασε, είπε αυτή και αγκαλιάζοντας τον από τον λαιμό, τον φίλησε και του είπε μελαγχολικά.. Σ’ Αγαπώ και να προσέχεις αύριο εκεί που θα πας κι αμέσως χώθηκε μέσα στο σπίτι, πριν ξυπνήσει κανείς και πριν ο σκύλος συνέρθει..
Αυτός, έφυγε για το σπίτι, αλλά στο μυαλό του ηχούσαν συνέχεια τα λόγια της. Τόσο που δεν πρόσεξε το νερό που είχε παγώσει και η γλιστρά που έφαγε, παραλίγο να του σπάσει το πόδι..
Συνέχισε μέχρι το σπίτι και μπαίνοντας μέσα, έβαλε δυο ξύλα στο τζάκι και ξάπλωσε. Αυτό το αποψινό φιλί, τον είχε ζεστάνει για τα καλά.....
Συνεχίζεται..........Μια ερωτική ιστορία που διαδραματίστηκε κάπου στο 1930 στο χωριό μας...
0 Απαντήσεις για... for “ Έξω χιονίζει και η ώρα είναι περασμένη έντεκα”
Αφήστε μια απάντηση
Παρακαλούμε για τα σχόλια, να χρησιμοποιείτε Ελληνική ή αγγλική γλώσσα (όχι greeklish) και σε ευπρεπές επίπεδο, χωρίς να θίγεται η τιμή και η υπόληψη κανενός πολίτη.
Σχόλια άσχετα με το θέμα της εκάστοτε ανάρτησης ΔΕΝ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ.
Όλα τα σχόλια θα εμφανίζονται μετά την έγκρισή τους αφού διαπιστωθεί ότι δεν εμπίπτουν σε κάποια από τα πιθανά αδικήματα περί τύπου.












